Σύμφωνα με αμερικανική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό έντυπο Cancer Research, οι γονείς, και ιδιαίτερα η γυναίκα, που καπνίζουν ενδεχομένως να συμβάλλουν στην εκδήλωση γενετικών αλλαγών στα παιδιά τους οι οποίες μπορεί να σχετίζονται με την παιδική λευχαιμία.
Παλαιότερες μελέτες είχαν σχετίσει το γονεϊκό κάπνισμα με αυξημένο κίνδυνο λευχαιμίας στα παιδιά, αλλά τα συμπεράσματα ήταν λιγότερο σαφή για τις μητέρες έναντι των πατέρων. Η νέα έρευνα είναι η πρώτη που σχετίζει το κάπνισμα και από τους δύο γονείς με συγκεκριμένες γενετικές αλλαγές στα ογκογονίδια των παιδιών με οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία.
Η οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία είναι μια μορφή καρκίνου που ξεκινά από την πρώιμη εκδοχή των λεμφοκυττάρων στον μυελό των οστών, όπου παράγονται τα ερυθρά αιμοσφαίρια. Στην περίπτωση του καρκίνου ο μυελός των οστών παράγει ανώμαλα λεμφοκύτταρα με λάθη, δηλαδή διαγραφές στο DNA τους, προκαλώντας ανεξέλεγκτη ανάπτυξη που καταπνίγει τα υγιή κύτταρα.
Οι ερευνητές του Αντικαρκινικού Κέντρου «Helen Diller» του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στο Σαν Φρανσίσκο, μελέτησαν στοιχεία από δείγματα όγκων που είχαν ληφθεί πριν τη θεραπεία από 599 ασθενείς με οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία. Αυτό που ήθελαν να δουν ήταν αν κάποιο από τα οκτώ γονίδια που συχνά έχουν διαγραφεί στους συγκεκριμένους ασθενείς σχετίζονται με τις συνήθειες των γονιών αναφορικά με το κάπνισμα.
Σχεδόν τα δύο τρίτα των δειγμάτων περιείχαν τουλάχιστον μια από αυτές τις διαγραφές. Και ήταν συχνότερες στα παιδιά των οποίων οι μητέρες κάπνιζαν κατά την κύηση και μετά τη γέννα. Για κάθε πέντε τσιγάρα που κάπνιζαν καθημερινά στη διάρκεια της εγκυμοσύνης, υπήρχε 22% αύξηση στον αριθμό των διαγραφών και για κάθε πέντε τσιγάρα ημερησίως κατά τη διάρκεια του θηλασμού καταγραφόταν 74% αύξηση στον αριθμό των διαγραφών.

Το κάπνισμα πέντε τσιγάρων την ημέρα από την μητέρα ή τον πατέρα πριν τη σύλληψη σχετιζόταν με 7-8% αύξηση στον αριθμό των διαγραφών.
Τα αγόρια ήταν πιο ευαίσθητα στις επιδράσεις του μητρικού καπνίσματος, ακόμα και όταν αφορούσε το διάστημα πριν τη σύλληψη. Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι τα άρρενα έμβρυα αναπτύσσονται πιο γρήγορα, άρα είναι πιο ευάλωτα στην ύπαρξη λεμφοκυττάρων με τοξίνες που προκαλούν γενετική βλάβη.
Ένα μειονέκτημα της μελέτης είναι ότι οι ερευνητές δεν γνωρίζουν πότε συμβαίνουν οι γενετικές διαγραφές συγκριτικά πάντα με την εκδήλωση της λευχαιμίας. Επίσης οι επιστήμονες βασίστηκαν σε αναφορές των γονέων για το κάπνισμα, γεγονός που ενέχει τον κίνδυνο λάθους.
«Αλλά και πάλι, η μελέτη τονίζει ότι είναι σημαντικό οι γονείς να απέχουν από το κάπνισμα αν θέλουν να εξαλείψουν τους κινδύνους για την υγεία των ιδίων και των παιδιών τους», σχολιάζει η Δρ Μαρτε Ρεϊγκσταντ, ερευνήτρια στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Όσλο.
Αντιδράσεις:

Δημοσίευση σχολίου

test

 
Top